υαλοθέτης

υαλοθέτης
ο уст. стекольщик

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "υαλοθέτης" в других словарях:

  • υαλοθέτης — ο, Ν τεχνίτης ειδικευμένος στην τοποθέτηση υαλοπινάκων, τζαμάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύαλος + θέτης (< τίθημι), πρβλ. σκηνο θέτης, στοιχειο θέτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Λεξικόν Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν τού Σκ. Δ. Βυζαντίου] …   Dictionary of Greek

  • υαλοθέσιο — το, Ν υαλόφρακτη προθήκη καταστήματος ή σκευοθήκη, κν. βιτρίνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < υαλοθέτης. Η λ. αποτελεί απόδοση του γαλλ. vitrine (πρβλ. βιτρίνα) και μαρτυρείται, στον λόγιο τ. ὑαλοθέσιον, από το 1897 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Άγγ. Βλάχου] …   Dictionary of Greek

  • ύαλος — και ύελος, η / ὕαλος και ὕελος, ΝΜΑ, και ὕελλος, ἡ, μτγν τ. ὕαλος, ὁ, Α το γυαλί νεοελλ. 1. συνεκδ. υαλοπίνακας, τζάμι 2. φρ. «υφαιστειακή ύαλος» (πετρογρ.) υαλώδες πέτρωμα που σχηματίζεται από λάβα ή από μάγμα και έχει σύσταση παρόμοια με τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»